Η Κίνα και ο κόσμος

Υπήρξαν φορές στην ιστορία της Κίνας που η χώρα υπήρξε εντελώς απομονωμένη. Σήμερα αυτό δεν ισχύει. Μακριά από τις ακτές, στις πόλεις της ενδοχώρας δεν είχαμε καμία δυσκολία να βρούμε κόκα-κόλα McDonald’s, μπιλιάρδα και ίντερνετ καφέ. Στη Σαγκάη ήταν σχεδόν αδύνατο να ξεφύγουμε από γνωστές μάρκες.

Οποιοσδήποτε είχε επισκεφθεί την Κίνα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 θα μπορούσε να σας πει ότι όλα αυτά είναι πολύ καινούργια. Πράγματι, αυτή δεν είναι ψεύτικη εντύπωση: τα στατιστικά δείχνουν το ίδιο. Γύρω στο 1990, η Κίνα ήταν μικρό ψάρι στο παγκόσμιο εμπόριο. Οι εξαγωγές των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερμανίας ήταν σχεδόν δέκα φορές περισσότερες. Αλλά το 2009, η Κίνα έγινε ο μεγαλύτερος εξαγωγέας του κόσμου ˙ είναι επίσης ο δεύτερος μεγαλύτερος εισαγωγέας. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Η θεαματική είσοδος της Κίνας στην παγκόσμια εμπορική σκηνή ήταν μία από τις τελευταίες πράξεις της οικονομικής μεταρρύθμισης της.

Γιατί η Κίνα χρειαζόταν τον υπόλοιπο κόσμο; Μια χώρα με πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους φαίνεται να είναι σε καλύτερη θέση από τις περισσότερες άλλες ώστε να είναι αυτάρκης. Αλλά το 1978 η οικονομία της Κίνας ήταν ακόμη πολύ μικρή ‒ μικρότερη από εκείνη του Βελγίου ‒ και οι μεταρρυθμιστές κατάλαβαν ότι η συνεργασία με τον υπόλοιπο κόσμο θα μπορούσε να βοηθήσει. Υπήρχαν τρία πλεονεκτήματα. Πρώτον, μπορούσε να μπει στις παγκόσμιες αγορές με αγαθά που απαιτούσαν εργατικά χέρια: παιχνίδια, παπούτσια και ρούχα. Δεύτερον, το ξένο συνάλλαγμα που θα έφερναν αυτές οι εξαγωγές θα μπορούσε να δαπανηθεί σε πρώτες ύλες και νέα τεχνολογία για την ανάπτυξη της οικονομίας.

Τέλος, προσκαλώντας ξένους επενδυτές, οι Κινέζοι θα μπορούσαν να μάθουν σύγχρονες τεχνικές παραγωγής και διοίκησης επιχειρήσεων από αυτούς ‒ πολύ σημαντικές για μια χώρα που υπήρξε κομμουνιστική επί δεκαετίες. Το 2009, η Κίνα και το Χονγκ Κονγκ κατάφεραν να προσελκύσουν το 40% σχεδόν όλων των άμεσων ξένων επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες του κόσμου.

Αμερικανικές και ιαπωνικές επιχειρήσεις έκαναν επενδύσεις στις μεταφορές και τα ηλεκτρονικά, μετατρέποντας την Κίνα σε κατασκευαστή υψηλής τεχνολογίας. Μπορείτε να δείτε το αποτέλεσμα αυτών των επενδύσεων στα στατιστικά στοιχεία: περισσότερες από τις μισές συσκευές αναπαραγωγής DVD και τις ψηφιακές κάμερες κατασκευάζονται πλέον στην Κίνα. Μπορείτε να δείτε επίσης το ίδιο αποτέλεσμα τριγυρνώντας στη χώρα. Ενώ καθόμασταν στο λεωφορείο, οι άνθρωποι γύρω μας μιλούσαν για μαραφέτια υψηλής τεχνολογίας που δεν είχα δει ποτέ πριν και τα οποία έφτασαν στη χώρα μου μετά από μήνες. Οι ξένοι επενδυτές που έκαναν εφικτή την τεχνολογία ελπίζουν σε μια καλή απόδοση των επενδύσεων τους,  αλλά είναι προφανές ότι μεγάλο μέρος των χρημάτων παραμένει στους Κινέζους καταναλωτές.

Οι ξένες επενδύσεις υπήρξαν σημαντικός παράγοντας για τη διατήρηση της συνέχειας των μεταρρυθμίσεων στην Κίνα. Οι ξένες επιχειρήσεις όχι μόνο έφεραν κεφάλαια και εξειδίκευση και σχέσεις με την παγκόσμια οικονομία, αλλά συνέχισαν επίσης την ανταγωνιστική διαδικασία των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων με τον ανταγωνισμό τους με τις εγχώριες κινεζικές επιχειρήσεις, οδηγώντας τις στο να συνεχίσουν τη βελτίωση της αποδοτικότητας τους.

Αν οι ξένες επενδύσεις είναι τέτοιο θείο δώρο για την οικονομία, πως το έκανε η Κίνα; Έχει και η τύχη το δικό της ρόλο. Οι Κινέζοι είχαν μια μεγάλη και γρήγορα αναπτυσσόμενη εσωτερική αγορά, η οποία είναι πάντα ελκυστική  στους ξένους επενδυτές. Αλλά σίγουρα δεν ήταν τυχαία η δέσμευση των Κινέζων στην εκπαίδευση ‒ μια καλή κληρονομιά της κομμουνιστικής εποχής ‒ πράγμα που σήμαινε ότι μέχρι το 1978 υπήρχε τεράστιο πλήθος εξειδικευμένων και παραγωγικών εργαζομένων, που περίμεναν να πλημμυρίσουν την οικονομία μόλις έσπαζαν οι φραγμοί της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας.

Η Κίνα είχε και άλλα φυσικά πλεονεκτήματα. Η συχνά επίπονη διαδικασία εμπλοκής με τη διεθνή οικονομία εξομαλύνθηκε και έγινε πιο ομαλή λόγω των δεσμών της ηπειρωτικής Κίνας με το Χονγκ Κονγκ  και την Ταϊβάν. Και τα δύο κρατίδια ήταν πετυχημένες και διεθνώς ολοκληρωμένες οικονομίες την εποχή που η Κίνα ήταν εντελώς απομονωμένη από τις παγκόσμιες αγορές και, παρά τα διαφορετικά οικονομικά συστήματα, υπήρχαν στενοί οικογενειακοί και φιλικοί δεσμοί μεταξύ επιχειρηματιών στις τρεις οικονομίες. Αυτοί οι κοινωνικοί δεσμοί βοήθησαν στην αντιστάθμιση των προβλημάτων του νομικού συστήματος της Κίνας στα πρώτα χρόνια των μεταρρυθμίσεων. Η Κίνα προσπαθούσε (και ακόμη προσπαθεί) να βελτιώσει το εμπορικό πλαίσιο για τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας και τη νομοθεσία για τις συμβάσεις, που χρειάζεται κάθε πετυχημένη οικονομία. Χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο είναι δύσκολο να υπάρξει επιχειρηματική εμπιστοσύνη. Πως μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δεν θα σε εξαπατήσουν οι εμπορικοί σου εταίροι; Πως μπορείς να νιώθεις ασφαλής αν οι τοπικοί κρατικοί αξιωματούχοι μπορούν να κατάσχουν τα κέρδη ή την ιδιοκτησία σου;

Σε αυτή την περίπτωση, ήταν ασφαλώς ελκυστική. Υπήρχε τέλεια ταύτιση μεταξύ της Κίνας και του Κονγκ Κονγκ. Κινεζικές επιχειρήσεις που παρήγαγαν φθηνά αγαθά, αλλά δεν ήταν συνηθισμένες σε διεθνείς συμφωνίες εκμεταλλεύθηκαν την πείρα των εμπόρων του Χονγκ Κονγκ. Οι κινεζικές εξαγωγές στο Χονγκ Κονγκ αυξήθηκαν θεαματικά κατά τη δεκαετία του 1980, και το Χονγκ Κονγκ επανεξήγαγε αυτά τα αγαθά στον υπόλοιπο κόσμο. Η Ταϊβάν πήρε κι αυτή μέρος στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Όπως παρατήρησε εκείνη την εποχή ο οικονομολόγος Dwight Perkins, «τα εξαιρετικά ταλέντα του Χονγκ Κονγκ και της Ταϊβάν στο μάρκετινγκ συνδυάστηκαν στενά με την παραγωγική ικανότητα της ηπειρωτικής χώρας».

Από την άλλη, η Κίνα εργαζόταν σκληρά για να προσελκύσει ξένους επενδυτές και να εκμεταλλευθεί στο έπακρο τις σχέσεις με το Χονγκ Κονγκ και τους άλλους γείτονες της. Το σχέδιο ήταν να δημιουργήσει «ειδικές οικονομικές ζώνες», στις οποίες δεν θα εφαρμόζονταν οι κανόνες της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας για τους ξένους επενδυτές. Ταυτόχρονα, η υποδομή των ειδικών οικονομικών ζωνών θα μπορούσε να βελτιωθεί γρήγορα. Αυτή η μέθοδος συμπλήρωσε τέλεια τις σχέσεις της Κίνας με το Χονγκ Κονγκ, το Μακάο και την Ταϊβάν: οι ζώνες βρίσκονταν αποκλειστικά στην επαρχία Guandong δίπλα στο Χονγκ Κονγκ και το Μακάο, καθώς και στη Fujian κοντά στην Ταϊβάν. Πάνω από τις μισές από το σύνολο των επενδύσεων στην Κίνα το 1990 προήλθαν από το μικρό Χονγκ Κονγκ, ενώ η Ιαπωνία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μαζί επένδυσαν μόνο το ένα τέταρτο. Η πόλη του Shenzhen στα σύνορα με το Χονγκ Κονγκ, ήταν ένα χωριό ψαράδων το 1980 όταν εντάχθηκε στην ειδική οικονομική ζώνη. Είκοσι χρόνια αργότερα, οι κατασκευαστές κτιρίων γκρέμιζαν τους μικρούς ουρανοξύστες για να αρχίσουν να κτίζουν μεγαλύτερους. Οι Κινέζοι λένε: «Θα νομίζετε ότι είστε πλούσιος μέχρι να πατήσετε το πόδι σας στο Shenzhen».

Παρότι οι ειδικές οικονομικές ζώνες ήταν άδικες και αυθαίρετες, πέτυχαν να προσελκύσουν επενδυτές χωρίς να κάνουν  άνω-κάτω ολόκληρη την ηπειρωτική Κίνα. Αποτέλεσαν επίσης τη βάση για την επέκταση των μεταρρυθμίσεων. Κάθε φορά που οι κανόνες για τις ξένες επιχειρήσεις φαίνονταν να λειτουργούν καλά, οι διοικητές άρχιζαν να τους εφαρμόζουν και στις εγχώριες επιχειρήσεις που λειτουργούσαν μέσα στις ζώνες. Οι άδικοι και περίεργοι κανόνες διορθώνονταν καθώς οι ξένοι επενδυτές διαμαρτύρονταν για οποιεσδήποτε ειδικές χάρες στις εγχώριες επιχειρήσεις, ενώ οι τελευταίες παρέκαμπταν τις ειδικές χάρες προς τις ξένες επιχειρήσεις ξεπλένοντας τα χρήματα τους μέσω του Χονγκ Κονγκ και φέρνοντας τα πίσω ως «ξένες επενδύσεις».

Όσον αφορά το υπόλοιπο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων στην Κίνα, οι καλές πολιτικές αντιγράφονταν και οι ανόητες εγκαταλείπονταν γρήγορα.

Αφήστε μια απάντηση