Ο εξτρεμισμός δεν είναι ακτιβισμός

Ο εξτρεμισμός δεν είναι ακτιβισμός Γράφει ο Χρήστος Παπαγιάννης «Δεν πρέπει να συγχέουμε τους ακτιβισμούς σε όρια επιτρεπτά από τον νόμο και τις επιθέσεις με σπασίματα ή με προσβολή πρεσβειών άλλων χωρών», ήταν χαρακτηριστικά τα λόγια του πρώην υποστράτηγου και νυν υπουργού για την επίθεση του Ρουβίκωνα στην πρεσβεία του Ισραήλ. Έτσι, μέσα σε μόλις 20 λέξεις κατάφερε να συνδέσει τον ακτιβισμό με την εγκληματικότητα. Ο ακτιβισμός αποτελεί μια μορφή αντίδρασης στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων με τη στράτευση ποικίλλων μεθόδων δράσης, όπως η αρθρογραφία, το μποϋκοτάζ προϊόντων, οι ειρηνικές διαδηλώσεις, οι απεργίες και πολλές άλλες πρακτικές, οι οποίες όμως κινούνται στο πλαίσιο της νομιμότητας και δεν περιλαμβάνουν βίαια μέσα. Μέχρι σήμερα λοιπόν, η Ελληνική Δικαιοσύνη έχει αποφασίσει σε πολλές περιπτώσεις, ότι η συγκεκριμένη ομάδα κινείται στα όρια αυτής της νομιμότητας,  Με λίγα λόγια, η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία αποδέχονται τον πρότερο βίο του Ρουβίκωνα ως  νόμιμο και συνάμα «ακτιβιστικό». Επομένως, ο Ρουβίκωνας όπως και ο Μοχάτμα Γκάντι θα μπορούσαν να βρίσκονται στην ίδια κατηγορία σύμφωνα με τον παραπάνω λογισμό. Η συγκεκριμένη διαπίστωση αποδεικνύει περίτρανα, πώς Τέτοιου είδους τοποθετήσεις δείχνουν, γιατί συχνά τρομοκράτες και τρομοκρατικές οργανώσεις καταφέρνουν να  αποκτήσουν θεσμικές θέσεις ισχύος στο πολιτικό σύστημα παγκοσμίως. Παράλληλα, εξηγούν και το πώς η χώρα μας μαζί με την Ιταλία και την Ισπανία είναι οι μοναδικές χώρες της ΕΕ, όπου έχει αναπτυχθεί τρομοκρατική δράση από ακροαριστερές οργανώσεις σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπόλ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ακροαριστερής οργάνωσης, που αποκτά θεσμική αναγνώριση και θέση στο πολιτικό σύστημα είναι η ακροαριστερή «FARC» (Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις Κολομβίας) της Κολομβίας. Η συγκεκριμένη οργάνωση, που τα τελευταία χρόνια της καταλογίζονται 165 καταγεγραμμένες – τρομοκρατικές επιθέσεις, πρόκειται να συμμετέχει στις 27 Μαΐου του 2018 στις εθνικές εκλογές της Κολομβίας. Από την άλλη, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πασίγνωστη Χεζμπολά, η οποία εκτός από στρατιωτική σιιτική οργάνωση μετράει 12 εκλεγμένους βουλευτές στο Κοινοβούλιο του Λιβάνου. Η οργάνωση, που στα μέσα της δεκαετίας του 1980 προκάλεσε το φόβο της παγκόσμιας κοινότητας με πολλές επιθέσεις -βομβιστικές και όχι μόνο- και εκατοντάδες νεκρούς, σήμερα αποτελεί νόμιμο κόμμα. Έτσι, μια οργάνωση που σκόρπισε το θάνατο σε πολλές χώρες έχει καταστε μια πολιτική δύναμη με εθνική αναγνώριση στο Λίβανο και μάλιστα μετράει δύο υπουργούς στο υπουργικό συμβούλιο, αφού ανήκει στην πολυκομματική συμμαχία, που ελέγχει τη διακυβέρνηση του τόπου. Έχοντας γνώση λοιπόν, της δυνατότητας των τρομοκρατών να αποκτούν καίρια πόστα στο πολιτικό σύστημα σε παγκόσμιο επίπεδο πόσο φρόνιμο είναι να επιτρέπει η Πολιτεία σε εξωθεσμικούς πολιτικούς δρώντες να προβαίνουν στη χρήση βίας; Πόσο θεμιτό είναι ο εξτρεμισμός να συγχέεται με τον ακτιβισμό; Γιατί μόνο ως εξτρεμισμός μπορεί να ληφθεί η δράση οργανώσεων, όπως ο Ρουβίκωνας, καθώς επιστρατεύουν ακραία μέσα διαμαρτυρίας, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η βία ακόμα και αν δεν υπάρχουν θύματα. Άρα θα ήταν εύλογο να υποστηρίξουμε, πως ο εξτρεμισμός αποτελεί το σκαλοπάτι για την τρομοκρατία και επειδή συχνά παρατηρείται το νοσηρό φαινόμενο άνθρωποι, που συμμετείχαν σε εξτρεμιστικές ομάδες να διεισδύουν στην κρατική διακυβέρνηση η στάση Ειδικά από τη στιγμή που στο Ελληνικό κοινοβούλιο βρίσκονται ήδη άνθρωποι με παρελθόν από ακροδεξιές -κυρίως- εξτρεμιστικές οργανώσεις είναι επιτακτική η ανάγκη για νηφάλια και αμερόληπτη αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων.

Αφήστε μια απάντηση